To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα για την απουσία πλήρους και αποτελεσματικής διερεύνησης του πιθανού ρατσιστικού κινήτρου στην υπόθεση Sakir

Αθήνα, 30.3.2016.  Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας πληροφορήθηκε με ικανοποίηση την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Sakir κ. Ελλάδας,  στην οποία ο προσφεύγων, θύμα ρατσιστικής επίθεσης, κατήγγειλε μεταξύ άλλων την απουσία αποτελεσματικής διερεύνησης του ρατσιστικού κινήτρου από τις αρχές. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)  και 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) λόγω των συνθηκών κράτησης και των ελλείψεων στην ιατρική φροντίδα του προσφεύγοντος κατά την κράτηση στο Αστυνομικό Τμήμα (ΑΤ) του Αγ. Παντελεήμονα, καθώς και  το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3 λόγω των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν ως προς τη διερεύνηση της επίθεσης που δέχτηκε ο προσφεύγων από ομάδα κρανοφόρων με μαχαίρια και λοστούς στην περιοχή του Αγ. Παντελεήμονα.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης θυμίζουν τις περιστάσεις των επιθέσεων που έχει καταγράψει το Δίκτυο: το θύμα, χωρίς χαρτιά, δέχτηκε σοβαρή επίθεση από εξτρεμιστική ομάδα και στη συνέχεια βρέθηκε κρατούμενος σε ΑΤ και υπό απέλαση, ενώ οι αρχές έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο χωρίς να διερευνήσουν το ρατσιστικό κίνητρο. Ο αυτόπτης μάρτυρας, επίσης αλλοδαπός χωρίς χαρτιά, αρχικά αναγνώρισε τους δράστες, αλλά στη συνέχεια βρέθηκε και αυτός κατηγορούμενος και υπό απέλαση.

Αναλυτικότερα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Το θύμα, ο Rafi Sakir, Αφγανός χωρίς χαρτιά,  δέχτηκε επίθεση τον Αύγουστο 2009 στην περιοχή του Αγ. Παντελεήμονα από ομάδα ατόμων τα οποία φορούσαν μαύρα ρούχα και κράνη, ενώ ήταν οπλισμένα με μαχαίρια και λοστούς. Το θύμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω των τραυμάτων που είχε δεχτεί στο θώρακα και το χέρι και άρχισε η προκαταρκτική εξέταση. Ο A.S., επίσης Αφγανός και αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης, αναγνώρισε δύο άτομα ως τους κύριους δράστες, αλλά απέσυρε την κατάθεσή του μερικές ώρες αργότερα. Στη συνέχεια ασκήθηκε εναντίον του A.S. ποινική δίωξη για παράνομη είσοδο στην Ελλάδα, ψευδορκία και ψευδείς δηλώσεις, ενώ κατατέθηκε έγκληση εις βάρος του για δυσφήμιση από τα άτομα που είχε αναγνωρίσει. Ενόψει της ποινικής δίωξης, ο A.S. επιβεβαίωσε την αρχική του κατάθεση. Ωστόσο, η προκαταρκτική εξέταση ολοκληρώθηκε και θεωρήθηκε ότι οι δράστες παρέμειναν άγνωστοι.  Ο Rafi Sakir, κατόπιν τετραήμερης νοσηλείας, τέθηκε υπό κράτηση στο ΑΤ του Αγ. Παντελεήμονα και εκδόθηκε η διαταγή απέλασής του.  Το θύμα κατέθεσε αίτημα ασύλου και αιτήθηκε την άρση του μέτρου απομάκρυνσης και κράτησής του λόγω της ακατάλληλης ιατρικής φροντίδας των τραυμάτων του στο ΑΤ και παρά τις ειδικές οδηγίες των ιατρών που τον είχαν φροντίσει στο νοσοκομείο. Επιπλέον, το θύμα κατήγγειλε ότι δεν του ζητήθηκε από της αστυνομία να «αναγνωρίσει» τους δράστες που είχαν υποδειχτεί από τον αυτόπτη μάρτυρα. Δεν υπήρξε καμία συνέχεια στα αιτήματά του. Αφού προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, αφέθηκε ελεύθερος με διαταγή να εγκαταλείψει την Ελλάδα εντός 30 ημερών.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε μια σειρά ελλείψεων κατά τη διερεύνηση της επίθεσης. Συγκεκριμένα, παρόλο που οι αρχές είχαν τον χρόνο δεδομένου ότι το θύμα κρατήθηκε στο ΑΤ δεν ζητήθηκε από το θύμα να καταθέσει ή/και να «αναγνωρίσει» τα άτομα που είχαν υποδειχτεί ως κύριοι δράστες από τον αυτόπτη μάρτυρα ή και άλλα άτομα τα οποία συμμετείχαν σε παρόμοιες επιθέσεις εκείνη την χρονική περίοδο. Επιπλέον, οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές δεν προσπάθησαν να διαπιστώσουν λεπτομερώς τη φύση και την αιτία των τραυμάτων που προκλήθηκαν στο θύμα με τη βοήθεια ιατροδικαστή, τα συμπεράσματα του οποίου θα μπορούσαν να διαφωτίσουν τις τεχνικές πτυχές της επίθεσης και να συμβάλουν στον εντοπισμό των δραστών. Το Δικαστήριο, επιπλέον, στάθηκε στην ευαλωτότητα του αυτόπτη μάρτυρα λόγω του καθεστώτος διαμονής του και εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη διεξαγωγή της ανάκρισής του. Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε ότι η υπόθεση εντάσσεται σε ένα γενικό πλαίσιο το οποίο έχουν περιγράψει σε εκθέσεις τους διεθνείς ΜΚΟ, η Human Rights Watch και η Διεθνής Αμνηστία, καθώς και εθνικοί φορείς, ο Συνήγορος του Πολίτη και το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας. Οι εκθέσεις των φορέων αυτών αναφέρονται σε σοβαρές παραλείψεις εκ μέρους της αστυνομίας, ακόμα και στις περιπτώσεις που η αστυνομία ήταν παρούσα σε επιθέσεις, αλλά και ως προς τη διερεύνηση των καταγγελιών.

Το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι όλες οι ως άνω εκθέσεις συγκλίνουν σε δύο βασικά σημεία: την σαφή αύξηση των περιστατικών ρατσιστικής βίας στο κέντρο της Αθήνας από το 2009. Αναφέρουν επίσης ένα μοτίβο επιθέσεων κατά αλλοδαπών από εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες συχνά συνδέονται με το κόμμα της Χρυσής Αυγής.  Επιπλέον, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι η πλειονότητα των περιστατικών έλαβε χώρα σε συγκεκριμένες συνοικίες, ιδίως στην περιοχή του Αγ. Παντελεήμονα και στην πλατεία Αττικής. Σε συνέχεια των παρατηρήσεων αυτών, το Δικαστήριο τόνισε ότι παρά τις ενδείξεις ρατσιστικής επίθεσης που είχε η επίθεση που δέχτηκε το θύμα, η αστυνομία παρέλειψε εντελώς να θέσει την υπόθεση εντός του πλαισίου αυτού και τη διαχειρίστηκε ως μεμονωμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ούτε η αστυνομία ούτε οι εισαγγελικές αρχές  έλαβαν τις απαραίτητες πρωτοβουλίες προκειμένου να διερευνήσουν την πιθανή σχέση μεταξύ των περιστατικών που καταγγέλλονται στις εκθέσεις διεθνών και εθνικών φορέων και της επίθεσης κατά του Sakir. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προσφεύγων δεν ζήτησε αποζημίωση αλλά ότι αιτήθηκε την επανεξέταση της υπόθεσή του σε συνέχεια της διαπίστωσης των παραβιάσεων, καλείται η Ελλάδα να επιλέξει τον τρόπο εκτέλεσης της απόφασης.

Η απόφαση αυτή καταδεικνύει τη βασιμότητα των θέσεων του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής σχετικά με την προστασία των θυμάτων και των ουσιωδών μαρτύρων και τον αντίκτυπο που δύναται να έχει ως προς την αποτελεσματική διερεύνηση του ενδεχόμενου ρατσιστικού κινήτρου. Επισημαίνεται ωστόσο ότι εκτός από τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν τεθεί ήδη σε εφαρμογή, είναι αναγκαία η λήψη εξειδικευμένων μέτρων από την Πολιτεία προκειμένου η πρόσβαση των θυμάτων στην δικαιοσύνη και η προστασία των μαρτύρων και των συνηγόρων τους να είναι ουσιαστική.

Η εμπιστοσύνη στις αρχές θα ενισχύεται όσο οι καταγγελίες είτε κατά ιδιωτών είτε κατά ένστολων και κρατικών λειτουργών διερευνώνται αποτελεσματικά και όσο τα θύματα της ρατσιστικής βίας, αλλοδαποί, ΛΟΑΤΚΙ, μέλη μειονοτήτων, ή ΑμεΑ τυγχάνουν της κατάλληλης μεταχείρισης από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές.  Όπως επισημαίνει το ΕΔΔΑ,

«η κατάλληλη ανταπόκριση των αρμόδιων αρχών σε επιθέσεις ενδεχομένως ρατσιστικές είναι ουσιώδης για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στην αρχή της νομιμότητας, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε ένδειξη  συνέργειας ή ανοχής παράνομων πράξεων. Η ανοχή από τις αρχές έναντι τέτοιων πράξεων δεν μπορεί παρά να  υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αρχή της νομιμότητας και στην τήρηση του Κράτους Δικαίου».

Η υπόθεση του Sakir εκπροσωπεί τις περιπτώσεις δεκάδων άλλων θυμάτων που έμειναν αφανή θύματα σκοτεινής ρατσιστικής βίας. Η δικαίωση της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών, η οποία αφιλοκερδώς χειρίστηκε την υπόθεση, ενθαρρύνει όλους τους φορείς που επιδιώκουν την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας και την επικράτηση της νομιμότητας, ώστε να συνεχίσουν το έργο τους με την ίδια προσήλωση.

 

Περισσότερες πληροφορίες:

Τίνα Σταυρινάκη, racistviolence@nchr.gr, 210.7233216

No Comments

Leave a Comment