Θέσεις για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας

Απρίλιος 2013 (από την ετήσια έκθεση 2012)

Θέσεις του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας στα μέχρι σήμερα προβλεπόμενα αναφορικά με τα εγκλήματα που τελούνται με ρατσιστικό κίνητρο

Πρόσβαση στην καταγγελία και προστασία θυμάτων:    Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας καλωσόρισε τη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με την οποία συστήθηκαν Τμήματα και Γραφεία αντιμετώπισης ρατσιστικής βίας στο σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας (Π.Δ. 132/2012) και η οποία μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αντιμετώπιση και πρόληψη πράξεων βίας με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία από πλευράς του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη θα αποδειχθεί ατελέσφορη αν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι αναφορές/μαρτυρίες/καταγγελίες για κάθε είδους αστυνομική αυθαιρεσία, είτε πρόκειται για αδίκημα των αστυνομικών οργάνων κατά την τέλεση των καθηκόντων τους, είτε πρόκειται για την αναπαραγωγή στερεοτυπικών αντιδράσεων κατά των θυμάτων, οι οποίες απορρέουν από προσωπικές απόψεις ή από την απουσία ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης με αποτέλεσμα να βρίσκουν χώρο ανάπτυξης άμεσα ή έμμεσα ρατσιστικές συμπεριφορές οι οποίες συνιστούν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επομένως, η έμπρακτη και ανεπιφύλακτη καταδίκη εκ μέρους της Πολιτείας κάθε πράξης αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας είναι επιτακτική ανάγκη.

Πρέπει να επισημανθεί ότι, από τις διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος, δεν προκύπτει η αντιμετώπιση ζητημάτων σημαντικών για την αποτελεσματικότητα, όπως ζητήματα επιλογής, στελέχωσης και εκπαίδευσης των υπηρετούντων στα Τμήματα. Μέλη του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας συμμετείχαν στη διήμερη εκπαίδευση των υπαλλήλων που στελεχώνουν τα Τμήματα, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι επαρκής για να καλύψει τις αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες σχετικά με ένα τόσο ευαίσθητο και περίπλοκο ζήτημα. Προτείνεται μία υποχρεωτική διαδικασία συνεχούς επιμόρφωσης και επανατροφοδότησης της γνώσης στους υπηρετούντες στα εν λόγω Τμήματα. Προς το σκοπό αυτό, το Δίκτυο προτείνει την κατάρτιση ενός οδηγού με βασικές οδηγίες και διευκρινήσεις σχετικές με τα εγκλήματα μίσους, στο οποίο το ίδιο θα μπορούσε να έχει ενεργό συμβολή. Σε κάθε περίπτωση, οι συχνές καταγγελίες σχετικά με έκνομες ενέργειες αστυνομικών οργάνων με ρατσιστικό κίνητρο καθιστούν επιβεβλημένη τη διαφανή και αντικειμενική διαδικασία επιλογής στελεχών και τον αποκλεισμό ατόμων τα οποία θα υπονόμευαν την αποτελεσματική λειτουργία των εν λόγω Τμημάτων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως η ως άνω νομοθετική πρωτοβουλία δεν παρέχει καμία εγγύηση για τη δυνατότητα καταγγελίας από πρόσωπα που δεν διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα. Όμως, η αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή του ρατσιστικού εγκλήματος προϋποθέτει την πραγματική δυνατότητα του θύματος να το καταγγείλει υπό ασφαλείς συνθήκες, χωρίς φόβο να βρεθεί σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση, ικανή να το αποτρέψει από την καταγγελία. Η Πολιτεία οφείλει να ενθαρρύνει τα θύματα –ασχέτως του καθεστώτος διαμονής τους στη χώρα– να καταγγέλλουν τις απειλές ή επιθέσεις εναντίον τους. Είναι ενδεικτικό ότι από τα 154 θύματα που καταγράφηκαν από το Δίκτυο μέσα στο 2012, η μεγάλη πλειοψηφία δεν επιθυμεί να προβεί σε καταγγελία λόγω φόβου που σχετίζεται κυρίως με την έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων. Οι στερούμενοι νομιμοποιητικών εγγράφων, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα των ρατσιστικών επιθέσεων, ακόμα και στις περιπτώσεις στις οποίες επιθυμούν να καταγγείλουν τα περιστατικά, τίθενται αυτόματα με την άφιξή τους στο αστυνομικό Τμήμα υπό κράτηση προς έκδοση απόφασης απέλασης, με συνέπεια να αποτρέπονται από το να καταγγείλουν οποιοδήποτε σε βάρος τους περιστατικό ρατσιστικής βίας. Επίσης, κατά τη διάρκεια τυχόν δικαστικής διαδικασίας σε βάρος του δράστη, ο στερούμενος νομιμοποιητικών εγγράφων και πάλι αποθαρρύνεται να συμμετέχει στη διαδικασία, καθώς και σε αυτό το στάδιο απειλείται με σύλληψη και κράτηση προς το σκοπό της απέλασης.

Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το παραπάνω πρόβλημα και να περιοριστεί η ατιμωρησία των ενόχων που προέρχεται από αυτό, προτείνει να προβλεφθεί ρητά η αναστολή της κράτησης και απέλασης των θυμάτων ή μαρτύρων που προβαίνουν σε καταγγελία, σε συνδυασμό με χορήγηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους κατά το πρότυπο παροχής προστασίας σε θύματα εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης. Συγκεκριμένα προτείνεται, σε περίπτωση που θύματα ή μάρτυρες χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα καταγγέλλουν περιστατικά ρατσιστικής βίας, να αναστέλλεται η κράτηση και απέλασή τους, βάσει ειδικής εισαγγελικής διάταξης που θα πιθανολογεί σε ένα πρώτο στάδιο τη βασιμότητα της καταγγελίας αυτής και θα αναγνωρίζει την ιδιότητα του θύματος ή μάρτυρα εγκλήματος ρατσιστικής βίας ως τέτοιου, προς το σκοπό χορήγησης ειδικού καθεστώτος προστασίας (άδειας παραμονής), για το διάστημα που είναι αναγκαίο για τη δίωξη και καταδίκη των δραστών και μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στην ποινική δίκη κατά του υπαιτίου.

Εν ολίγοις, το μήνυμα της Πολιτείας πρέπει να είναι ο απόλυτος σεβασμός της σωματικής ακεραιότητας και της ασφάλειας κάθε προσώπου το οποίο διαβιεί στην ελληνική επικράτεια.

Προς το σκοπό αυτό το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας θεωρεί ότι η πρόσφατη πρόταση νόμου «Καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας», που κατατέθηκε στη Βουλή, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση προς συζήτηση προς το σκοπό αποτελεσματικής αντιμετώπισης της ρατσιστικής βίας, με  τις αναγκαίες τροποποιήσεις. Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου κάνει κάποια αξιόλογα βήματα, προτείνοντας τη χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους δημοσίου συμφέροντος σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων,  την αναστολή της διοικητικής απέλασης και την προστασία από επιστροφή για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Το Δίκτυο εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμπερίληψη των ανωτέρω ρυθμίσεων στο σχέδιο νόμου, επαναλαμβάνοντας ωστόσο και πάλι ότι η χορήγηση άδειας διαμονής σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων δεν θα πρέπει να χορηγείται μόνο στις περιπτώσεις που κατ’ εξαίρεση γίνεται επίκληση του δημοσίου συμφέροντος. Αντ’ αυτού απαιτείται παροχή άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους (κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44 σε συνδυασμό με τα άρθρα 46 επ. του Ν. 3386/2005) στα θύματα που καταγγέλλουν περιστατικά ρατσιστικής βίας, αλλά και στους ουσιώδεις μάρτυρες, για εκείνο το διάστημα που είναι αναγκαίο για τη δίωξη και την τιμωρία των δραστών.

Επαρκής διερεύνηση του ρατσιστικού κινήτρου:            Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας εκφράζει την ικανοποίησή του για τον ορισμό ειδικού εισαγγελέα για το συντονισμό και την κατάλληλη ανακριτική αντιμετώπιση του ρατσιστικού εγκλήματος από τις εισαγγελικές αρχές, και ευελπιστεί σε μια γόνιμη συνεργασία.

Λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή κλιμάκωση των επιθέσεων εναντίων προσφύγων, μεταναστών και άλλων ομάδων από οργανωμένες εξτρεμιστικές ομάδες, ένα νομοθέτημα που επιθυμεί να αποτελέσει ανάχωμα στην έξαρση της ρατσιστικής βίας θα πρέπει να περιλαμβάνει την επαρκή διερεύνηση του ρατσιστικού κινήτρου και διατάξεις που να επιτρέπουν την αποτελεσματική άσκηση και κίνηση της ποινικής δίωξης των πράξεων αυτών.

Η ρύθμιση που εισάγεται στο πλαίσιο του Ν. 4139/2013 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Περί Ναρκωτικών και άλλες διατάξεις», που ψηφίστηκε πρόσφατα από το ελληνικό κοινοβούλιο, αν και κινείται σε θετική κατεύθυνση, δεν αρκεί για την αποφασιστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι οι ποινές φυλάκισης για τα εγκλήματα μίσους, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.3 του Ποινικού Κώδικα περί επιβαρυντικής περίστασης, δεν θα αναστέλλονται. Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας επισημαίνει ότι το κρίσιμο σημείο  για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους δεν είναι η δυνατότητα  αναστολής ή μη των ποινών.

Στην πράξη, η ατιμωρησία των δραστών οφείλεται στο γεγονός ότι η σχετική διάταξη του άρθρου 79 παρ.3 του Ποινικού Κώδικα,  που προστέθηκε στην κείμενη νομοθεσία το 2008 και ορίζει ότι η τέλεση της πράξης από μίσος εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή μίσος λόγω διαφορετικού γενετήσιου προσανατολισμού συνιστά επιβαρυντική περίσταση, δεν ενεργοποιείται ούτε από τις αστυνομικές αρχές ούτε από τον Εισαγγελέα στο στάδιο της άσκησης της ποινικής δίωξης, αλλά μόνο  μετά το πέρας ουσιαστικά της αποδεικτικής διαδικασίας, στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, αφού δηλαδή έχει κριθεί η ενοχή του δράστη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εν λόγω άρθρο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ από τη δικαιοσύνη μέχρι σήμερα.

Συνεπώς είναι αναγκαία η άμεση ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας ώστε η τέλεση εγκλήματος από ρατσιστικά κίνητρα να περιλαμβάνεται στη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος, κάτι που πρότειναν πρόσφατα και οι Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου με διάβημά τους στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ενώ επίσης προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η πρόταση νόμου «Καταπολέμηση εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας» που αναφέρθηκε παραπάνω.

Παράλληλα, δηλαδή, με τη ρητή δέσμευση ότι οι διωκτικές αρχές οφείλουν να καταγράφουν από τη στιγμή υποβολής της έγκλησης τυχόν περιστάσεις ή υπόνοιες του θύματος που παραπέμπουν σε ρατσιστικό κίνητρο, απαιτείται η θέσπιση διατάξεων που: α. είτε να προβλέπουν το έγκλημα που τελείται με ρατσιστικά κίνητρα ως έγκλημα με ιδιαίτερη νομοτυπική υπόσταση, β. είτε να προβλέπουν σε κάποιες κατηγορίες εγκλημάτων (όπως, ενδεικτικά, αυτά κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της προσωπικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας) επαύξηση της ποινής σε περίπτωση που το έγκλημα τελείται με ρατσιστικά κίνητρα, γ. είτε η τέλεση εγκλήματος με ρατσιστικά κίνητρα να αποτελεί γενική επιβαρυντική περίσταση, με συγκεκριμένο όμως πλαίσιο ποινής. Με αυτό τον τρόπο, θα καταστεί δυνατή η άσκηση και κίνηση της ποινικής δίωξης με βάση συγκεκριμένη μορφή εγκλήματος, που να επιτρέπει την ανακριτική και δικαστική του διερεύνηση ήδη από την κίνηση της ποινικής διαδικασίας.

Επαναλαμβάνουμε ωστόσο ότι, ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από την όποια νομοθετική αλλαγή, η Πολιτεία οφείλει να παρέχει την απαραίτητη εκπαίδευση και τις απαραίτητες κατευθύνσεις στις εμπλεκόμενες διωκτικές και δικαστικές αρχές, ώστε το ρατσιστικό κίνητρο να ερευνάται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Επαρκής διερεύνηση επιθέσεων που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου:            Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας εκφράζει την ικανοποίησή του για τη ρητή συμπερίληψη της ταυτότητας φύλου  στη διάταξη του άρθρου 79  παρ. 3 τελευταίο εδάφιο, στις  περιπτώσεις  δηλαδή  των θυμάτων εγκληματικών πράξεων για τις οποίες η τέλεση με κίνητρο το μίσος αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, στο πλαίσιο του Ν. 4139/2013. Πρόκειται για ένα θετικό βήμα που φέρνει τη χώρα μας πιο κοντά στις ευρωπαϊκές νομοθεσίες και πρακτικές.

Ωστόσο, το Π.Δ. 132/2012 του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη για τη δημιουργία ειδικών Τμημάτων και Γραφείων Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας περιλαμβάνει πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που θυματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο λόγω «της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής ή του θρησκεύματός τους». Συνεπώς, τόσο στο εν λόγω Π.Δ. όσο και σε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία που στοχεύει στην αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η στοχοποίηση ατόμων λόγω διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου.

About the author  ⁄ RVRN

No Comments

Leave a Comment